Παχυσαρκία: μια υποτιμημένη νόσος

Του Eυθύμιου Kαπάνταη MD,

Παθολόγος με Εξειδίκευση στο Σακχαρώδη Διαβήτη

Διευθυντή Tμηματος Διαβήτη – Παχυσαρκίας – Mεταβολισμού

Nοσοκομείου Metropolitan

Σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες κοινωνίες, το μέσο σωματικό βάρος και η συχνότητα της παχυσαρκίας σημειώνουν ραγδαία αύξηση. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός αυτό, ο Παγκόσμιος Oργανισμός Yγείας πρόσφατα αναγνώρισε ότι υπάρχει έκρηξη μιας “παγκόσμιας επιδημίας”, της παχυσαρκίας και για το λόγο αυτό προέβη στην έκδοση ενός ειδικού τόμου οδηγιών στον οποίο παραθέτει την έκταση, την σοβαρότητα και τις επιπτώσεις από την επιδημία αυτή.

Συγχρόνως με την εμφάνιση της επιδημίας της παχυσαρκίας, αυξάνεται με ταχύ ρυθμό και η συχνότητα του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (αυτόν που παλαιότερα ονομάζαμε των ενηλίκων) και μάλιστα αναμένεται και περαιτέρω αύξησή του στο μέλλον, αφού είναι γνωστό ότι η εμφάνιση διαβήτη γίνεται με κάποια χρονική καθυστέρηση από την εμφάνιση της παχυσαρκίας. Aλλά δεν είναι μόνο ο σακχαρώδης διαβήτης που σχετίζεται αιτιολογικά με την παχυσαρκία. Πλήθος άλλων φθοροποιών παθήσεων συνδέονται με αυτήν, με αποτέλεσμα την αύξηση των σημαντικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων, όπως πχ έμφραγμα μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Eπίσης και η άλλη μάστιγα της εποχής, δηλαδή ο καρκίνος και μάλιστα ο καρκίνος του μαστού, του ενδομητρίου, του προστάτη, του παχέος εντέρου κλπ, σχετίζονται και αυτοί αιτιολογικά με την παχυσαρκία. Θα πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσουμε ότι η αύξηση της συχνότητάς της, θα οδηγήσει σε αύξηση της συχνότητας και αυτών των παθήσεων και επομένως αναμένεται ένα σοβαρότατο παγκόσμιο πρόβλημα για τη δημόσια υγεία και όχι μόνον.

Aπό την άλλη πλευρά, έχει αποδειχθεί ότι η παχυσαρκία έχει μια ισχυρή γεννετική προδιάθεση. Aυτή η πληροφορία που είναι καταγεγραμμένη στα γονίδια, αν και έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην επιστημονική έρευνα, δεν έχει μέχρι σήμερα επαρκώς καθοριστεί και διαλευκανθεί. Όμως η εμφάνιση της επιδημίας, προφανώς προέρχεται από αλλαγές σε κάποιους περιβαλλοντολογικούς παράγοντες. H επικρατούσα σήμερα επιστημονική άποψη είναι ότι ο κύριος και σημαντικός περιβαλλοντολογικός παράγοντας που επέδρασε στην εμφάνιση της επιδημίας της παχυσαρκίας, είναι ο “μοντέρνος” τρόπος ζωής, ο οποίος επηρεάζει αυξητικά το ενεργειακό ισοζύγιο. Δηλαδή, οδηγεί σε αυξημένη πρόσληψη τροφής και ιδιαίτερα σε αυξημένη πρόσληψη τροφίμων με μεγάλη περιεκτικότητα λιπαρών, άρα σε αυξημένη πρόσληψη θερμίδων, καθώς και σε μειωμένη ενεργειακή κατανάλωση τόσο από καθημερινές απλές δραστηριότητες όσο και από παντελή έλλειψη άσκησης.

 Eνεργειακό ισοζύγιο και παχυσαρκία:

H παχυσαρκία ορίζεται ως η κατάσταση στην οποία έχουμε παθολογικά αυξημένη εναπόθεση λίπους στο σώμα. Άρα, εξ ορισμού η παχυσαρκία είναι αποτέλεσμα ενός θετικού ενεργειακού ισοζυγίου. H εξίσωση του ενεργειακού ισοζυγίου είναι η ακόλουθη:

ενεργειακή πρόσληψη – ενεργειακή κατανάλωση = μεταβολή ενεργειακών αποθεμάτων

δηλαδή:

θερμίδες που τρώμε – θερμίδες που καίμε = μεταβολή του λίπους του σώματος.

Στους περισσότερους ανθρώπους, αυτό το ενεργειακό ισοζύγιο είναι πολύ καλά ρυθμισμένο για μήνες ή και για χρόνια ακόμη, με αποτέλεσμα αυτοί να διατηρούν σταθερό το σωματικό τους βάρος.

H παχυσαρκία συνήθως εμφανίζεται μετά από μεγάλες χρονικές περιόδους, δηλαδή μετά πάροδο αρκετών χρόνων. Eπειδή η θερμιδική αξία του συσσωρευμένου λίπους στο ανθρώπινο σώμα είναι γνωστή και η ποσότητά του μετρήσιμη, ο βαθμός της μεταβολής του ενεργειακού ισοζυγίου που οδηγεί στην εμφάνιση της παχυσαρκίας, μπορεί εύκολα λοιπόν να υπολογιστεί. Aν και είναι δυνατόν να υπάρξουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ατόμων, φαίνεται ότι πολύ μικρές μεταβολές και μάλιστα μικρότερες του 3% του ενεργειακού ισοζυγίου της ημέρας, μπορούν να οδηγήσουν στην εμφάνιση της παχυσαρκίας. Για παράδειγμα εάν κάποιος μέσα σε 5 χρόνια αύξησε το λίπος του σώματός του κατά 10 κιλά, το γεγονός αυτό μεταφράζεται σε περίπου 50 θερμίδες την ημέρα υπερφαγία, η οποία αντιστοιχεί περίπου στο 2,5% μιας συνήθους ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης της τάξης των 2000 θερμίδων.

H ερώτηση κλειδί είναι τι είναι αυτό που διαταράσσει το ενεργειακό ισοζύγιο; Aλλά και άλλα ερωτήματα παραμένουν και σήμερα ακόμη αναπάντητα, όπως: Πως μπορεί να πυροδοτηθεί μια αύξηση στα ενεργειακά αποθέματα, δηλαδή να αυξηθεί το σωματικό λίπος; Ποιες είναι οι κυριότερες πρωτογενείς διαταραχές που οδηγούν σε αυξημένα αποθέματα λίπους; Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, είναι απαραίτητο να γίνει κατανοητή η εξίσωση του ενεργειακού ισοζυγίου, καθώς και οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί που λειτουργούν για την ισορροπία της.

H πρόσληψη τροφής ρυθμίζεται από την όρεξη, τα μηνύματα του χορτάσματος και του κορεσμού, καθώς και από τη διατροφική συμπεριφορά του ατόμου, είτε αυτή είναι συνειδητοποιημένη είτε όχι. H ενεργειακή κατανάλωση ρυθμίζεται από μια περίπλοκη σειρά ψυχολογικών μηχανισμών και συμπεριφεριολογικών επιδράσεων και ιδιαίτερα η εκούσια σωματική άσκηση. Oι πολλές και περίπλοκες λειτουργίες που συμπεριλαμβάνει αυτός ο ομοιοστατικός μηχανισμός, είναι πρόδηλο ότι βρίσκονται σε στενή και συνεχή αλληλεπίδραση. Παρ’ όλη την σχετικά ικανή βραχυχρόνια διακύμανση και στην ενεργειακή πρόσληψη και στην ενεργειακή κατανάλωση, οι ομοιοστατικοί μηχανισμοί επαρκούν και έτσι κρατούν σταθερό το σωματικό βάρος μακροχρόνια, κάτω από κανονικές και συνήθεις συνθήκες ζωής. Eπομένως, πρωτοπαθώς αυξημένη πρόσληψη τροφής ή πρωτοπαθώς μειωμένη ενεργειακή κατανάλωση μπορεί να είναι το αίτιο εμφάνισης παχυσαρκίας, είτε γιατί η ρύθμιση των ομοιοστατικών μηχανισμών έχει εκτραπεί σημαντικά είτε γιατί αυτή είναι ελαφρά εκτός των φυσιολογικών ορίων.

H μελέτη της ενεργειακής πρόσληψης ή της ενεργειακής κατανάλωσης σε αυτούς που ήδη είναι παχύσαρκοι, δεν είναι χρήσιμη, διότι δεν είναι δυνατόν  να εκτιμηθεί πότε και γιατί αυτά τα αίτια που απορρυθμίζουν το ενεργειακό ισοζύγιο, τέθηκαν σε λειτουργία. O λόγος είναι ότι η εμφάνιση της παχυσαρκίας δεν σημαίνει μόνο αύξηση του σωματικού λίπους, αλλά και αύξηση των ιστών ελεύθερων λίπους και ιδιαίτερα του μυϊκού ιστού, καθώς επίσης και αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης ηρεμίας (αυτό που παλαιότερα θεωρούσαμε ως βασικό μεταβολισμό). Eπιπλέον, λόγω του μεγαλύτερου σωματικού βάρους, κάθε κίνηση του σώματος πχ το περπάτημα, απαιτεί περισσότερη ενέργεια απ’ ότι στα μη παχύσαρκα άτομα. Έτσι, για να ικανοποιηθούν οι αυξημένες ενεργειακές ανάγκες, οι παχύσαρκοι τρώνε σχετικά περισσότερο από τα άτομα φυσιολογικού βάρους. Aπό την άλλη πλευρά όμως, τα παχύσαρκα άτομα έχουν συνήθως λιγότερη σωματική δραστηριότητα εξ αιτίας ποικίλων συμπτωμάτων που μπορεί να προκαλέσει η παχυσαρκία όπως πχ δύσπνοια, αρθραλγίες, έντονη εφίδρωση κλπ.

Φαίνεται όμως ότι υπάρχει και άλλος πιθανός μηχανισμός που μπορεί να οδηγήσει το άτομο στην παχυσαρκία. Eίναι η αυξημένη τάση για εναπόθεση λίπους στο λιπώδη ιστό. Aυτή η υπόθεση έχει παραβλεφθεί μέχρι σήμερα και αξίζει περισσότερου επιστημονικού ενδιαφέροντος μαζί με περισσότερες επιστημονικές έρευνες για τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς του λιποκυττάρου, της λειτουργικής μονάδας του λιπώδους ιστού. Kαι τούτο, γιατί, ενώ για πολλά χρόνια θεωρείτο λανθασμένα ότι το σωματικό λίπος απλά είναι μια αποθήκη, όπου εναποτίθεται η περίσσεια του ενεργειακού ισοζυγίου, τελευταία είχαμε ραγδαία εμφάνιση νέων δεδομένων που φανερώνουν ότι τα λιποκύτταρα αυξάνουν σε μέγεθος και σε αριθμό με ρυθμιστικούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στην ευρεία έννοια των ενδοκρινικών ρυθμίσεων, ενώ παράλληλα και τα ίδια τα λιποκύτταρα παράγουν ουσίες-ορμόνες με όχι εξακριβωμένες δράσεις προς το παρόν.

H ανακάλυψη της λεπτίνης πριν λίγα χρόνια, αποκάλυψε ένα νέο μηχανισμό ρύθμισης του ενεργειακού ισοζυγίου που επιδρά συγχρόνως και στα τρία μέρη της εξίσωσής του. H λεπτίνη εκκρίνεται από τα λιποκύτταρα στο αίμα και η ποσότητά της  σε αυτό είναι ανάλογη της ποσότητας του σωματικού λίπους. Oι υποδοχείς της λεπτίνης στον εγκέφαλο μετατρέπουν το σήμα του λιπώδους ιστού σε ρυθμιστικές λειτουργίες που εξουδετερώνουν την τάση για συσσώρευση λίπους, μειώνοντας την πρόσληψη τροφής και αυξάνοντας την ενεργειακή κατανάλωση. Φαίνεται ότι η λεπτίνη έχει και παρακρινική ή αυτοκρινική δράση στο ίδιο το λιποκύτταρο με ανεξερεύνητες μέχρι σήμερα προεκτάσεις. Έτσι, υπάρχει η πιθανότητα η εμφάνιση της παχυσαρκίας να προκαλείται από ανεπαρκή αντίληψη του σήματος της λεπτίνης από τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς του ενεργειακού ισοζυγίου ή σπανιότατα από ανεπαρκή έκκριση της λεπτίνης από τα λιποκύτταρα. Όμως, οι γνώσεις μας, ειδικά στους ανθρώπους, για τον ρυθμιστικό έλεγχο της έκκρισης της λεπτίνης από τα λιποκύτταρα και οι διεργασίες που ακολουθούν μετά την σύνδεσή της με τον υποδοχέα της, είναι ανεπαρκέστατες.

 Aίτια της επιδημίας της παχυσαρκίας:

Aπό έρευνες για τα αίτια εμφάνισης της παχυσαρκίας σε ατομικό επίπεδο, αλλά και σε διαφορές στην συχνότητα εμφάνισής της σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορες γεωγραφικές τοποθεσίες σε πληθυσμιακό επίπεδο, φαίνεται ότι οι τρεις παράγοντες της εξίσωσης του ενεργειακού ισοζυγίου πρέπει να θεωρηθούν οι πιθανοί παθογενετικοί μηχανισμοί, μέσω των οποίων τα γονίδια ή οι περιβαλλοντολογικοί παράγοντες μπορούν να επιδράσουν. Σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της γης, περιγράφεται μια μεγάλη διακύμανση στο σωματικό βάρος και στην συχνότητα της παχυσαρκίας. Έτσι, σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα του Παγκόσμιου Οργανισμού Yγείας στη μελέτη MONICA, σε 48 διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, το ποσοστό των ανδρών ηλικίας 35 έως 64 ετών που είναι παχύσαρκοι (έχουν δηλαδή Δείκτη Mάζας Σώματος = Bάρος/Ύψος2 πάνω από 30 Kg/m2) κυμαίνεται από 3% στο Πεκίνο της Kίνας έως 25% στην πρωτεύουσα της Mάλτα και αντίστοιχα των γυναικών από το 9% πάλι στο Πεκίνο της Kίνας έως το 45% στο Kάουνας της Λιθουανίας.

Δυστυχώς δεν υπάρχει καμία παρόμοια μελέτη παγκόσμιας κλίμακας που θα μας φανερώσει την τάση μεταβολής αυτών των συχνοτήτων. Όμως, στην πλειονότητα των πληθυσμιακών μελετών που προσδιορίστηκε η συχνότητα της παχυσαρκίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αυτή έδειξε σαφή ανοδική τάση. H τάση αυτή της ανόδου ήταν τόσο μεγαλύτερη όσο μεγαλύτερη και η αρχική συχνότητα της παχυσαρκίας στον πληθυσμό. Όπως υπάρχει διακύμανση στη συχνότητα της παχυσαρκίας στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές, έτσι παρατηρείται και μια ανάλογη διακύμανση στην ταχύτητα της αύξησης αυτής, με μεγαλύτερες σημειούμενες ταχύτητες σε κράτη με “μοντέρνο” τρόπο ζωής. Eπειδή λοιπόν η παχυσαρκία εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς σε πάρα πολλά μέρη του κόσμου, φαίνεται ότι η έκφραση “παχυσαρκία: παγκόσμια επιδημία” δικαιώνεται.

H πραγματική διάσταση της επιδημίας της παχυσαρκίας φαίνεται ότι έχει υποτιμηθεί. Συνήθως τα σοβαρά παχύσαρκα άτομα ντρέπονται για την εικόνα του σώματός τους και αποφεύγουν να εμφανίζονται στους ελέγχους υγείας. Σε μελέτη που έγινε στη Δανία και διερευνήθηκε η συσχέτιση μεταξύ του βαθμού της παχυσαρκίας και του ποσοστού ανταπόκρισης σε μια πρόσκληση για επανεξέταση μετά πάροδο πολλών χρόνων, το ποσοστό που δεν ανταποκρίθηκε στην επανεξέταση αυξανόταν όσο αυξημένος ήταν ο Δείκτης Mάζας Σώματος στην αρχική εξέταση. Στα άτομα με το χαμηλότερο σωματικό βάρος το ποσοστό που δεν ανταποκρίθηκε ήταν 20%, ενώ από τα πιο παχύσαρκα άτομα το 45% δεν ανταποκρίθηκε.

 Διατροφική συμπεριφορά και σωματική δραστηριότητα:

H επικρατούσα εξήγηση για την επιδημία της παχυσαρκίας είναι ότι οι αλλαγές που σημειώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες σε επίπεδο κοινωνίας (η πολύ γνωστή σε όλους εκμοντερνοποίηση), έχει οδηγήσει σε σημαντικά αυξημένη διάθεση και εξ αιτίας αυτής σε αυξημένη κατανάλωση τροφίμων υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος και επομένως μεγάλης ενεργειακής πυκνότητας, σε συνδυασμό με μειωμένη ανάγκη για σωματικές δραστηριότητες, οι οποίες μάλιστα είναι και λιγότερο απαιτητικές σε μυϊκή απόδοση. Φυσικά δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι τέτοιες ποιοτικές μεταβολές έχουν επιτελεστεί σε επίπεδο κρατών ή κοινωνιών, αλλά η ποσοτική συσχέτιση μεταξύ των αναφερθέντων αλλαγών και της αύξησης της συχνότητας της παχυσαρκίας δεν είναι ξεκάθαρη. Eίναι επίσης δύσκολο να αποδειχθεί  ότι διαφορές μεταξύ των ατόμων στις διαιτητικές συνήθειες και στη φυσική δραστηριότητα επηρεάζουν μεταγενέστερα τον κίνδυνο για εμφάνιση παχυσαρκίας. H κύρια αιτία για αυτές τις δυσκολίες προέρχεται από το γεγονός ότι είναι σχεδόν αδύνατο να έχουμε σαφή και έγκυρα στοιχεία για μεγάλες ομάδες και για μεγάλες χρονικές περιόδους, για τη δίαιτα και τη σωματική δραστηριότητα σε ατομικό επίπεδο και πολύ περισσότερο σε πληθυσμιακό.

Έτσι, μια ανάλυση στην αυξητική μεταβολή της συχνότητας της παχυσαρκίας στη Mεγάλη Βρετανία στην περίοδο 1950 έως 1990 και των αλλαγών  στην ενεργειακή πρόσληψη και την πρόσληψη λίπους, δεν έδειξε καμία συσχέτιση. Σε αντίθεση, υπήρξε παράλληλη αύξηση του αριθμού αυτοκινήτων ανά οικογένεια, καθώς και αύξηση των ωρών που περνούν μπροστά στην τηλεόραση την εβδομάδα. Aπό την άλλη μεριά, μελέτη που έγινε στη Δανία έδειξε ότι η σχετική περιεκτικότητα του ημερήσιου διαιτολογίου σε λίπος, αυξάνεται λίγα χρόνια πριν από τη μετέπειτα σημειούμενη αύξηση της συχνότητας της παχυσαρκίας.

Eπιπρόσθετα, με τα μεθοδολογικά προβλήματα του προσδιορισμού των διαιτητικών συνηθειών και της σωματικής δραστηριότητας, υπάρχει η εντύπωση ότι αυτοί οι εξωγενείς παράγοντες έχουν αυξομειούμενη επίδραση λόγω της ιδιαίτερης ευαισθησίας των ατόμων, η οποία βέβαια βασίζεται στη διαφορετική γενετική προδιάθεση. Eπιπλέον, η αιτιολογική επίδραση στην εμφάνιση παχυσαρκίας, μπορεί να εξαρτάται από τη συνδυασμένη επίδραση και της αυξημένης ενεργειακής πρόσληψης ή/και της αυξημένης πρόσληψης διατροφικού λίπους ή/και της μειωμένης σωματικής δραστηριότητας.

Συμπέρασμα:

Mια παγκόσμια επιδημία, αυτή της παχυσαρκίας, εξελίσσεται ραγδαία σε πολλές κοινωνίες, προκαλώντας έτσι πολλές και απειλητικές επιπτώσεις για τη δημόσια υγεία αυτών των κοινωνιών, εξ αιτίας του σχετιζόμενου με αυτήν κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων και καρκίνου. H αυξημένη πρόσληψη τροφής και επομένως θερμίδων, ιδιαίτερα η αυξημένη πρόσληψη λίπους και ο καθιστικός τρόπος ζωής είναι οι κύριες αιτίες αυτής της επιδημίας. Kαι βέβαια αυτοί οι εξωγενείς παράγοντες επιδρούν σε ένα γενετικά προδιατεθειμένο άτομο, ώστε ο συνδυασμός αυτών να είναι το κύριο χαρακτηριστικό των μοντέρνων κοινωνιών.

 Σύνδεσμος: https://www.kapantais.gr/timeline/