Ο ρόλος των ορμονών στην υπέρταση

1 Ιουλίου 2020

                                     
Των
Κωνσταντίνου Κατωγιάννη*         &                       Ιωάννη Λεκάκη**

Η αρτηριακή υπέρταση διακρίνεται σε πρωτοπαθή ή ιδιοπαθή και σε δευτεροπαθή. Στην πρώτη κατηγορία δεν υπάρχει κάποια σαφής αιτία για την εμφάνιση αυξημένων τιμών αρτηριακής υπέρτασης, ενώ αντίθετα στη δεύτερη κατηγορία ενοχοποιούνται συγκεκριμένες παθολογικές καταστάσεις, όπως η παρουσία νεφρικής νόσου, υπνικής άπνοιας, ορμονικών διαταραχών, η χρήση ορισμένων φαρμάκων (π.χ. κυκλοσπορίνη, κορτικοστεροειδή, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη) και η παρουσία συγγενών διαταραχών (στένωση ισθμού αορτής). Η δευτεροπαθής υπέρταση αποτελεί με βάση πρόσφατα δεδομένα το 5-15% των περιπτώσεων υπέρτασης και οι ορμονικές διαταραχές αποτελούν δεδομένο αίτιο δευτεροπαθούς υπέρτασης. Ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός (σύνδρομο Conn), το φαιοχρωμοκύτωμα, το σύνδρομο Cushing, οι διαταραχές του θυρεοειδή (υποθυρεοειδισμός και υπερθυρεοειδισμός) και ο υπερπαραθυρεοειδισμός αποτελούν καταστάσεις που σχετίζονται με την εμφάνιση δευτεροπαθούς υπέρτασης και στις οποίες η αντιμετώπιση της ορμονικής διαταραχής συνοδεύεται από ομαλοποίηση των τιμών της αρτηριακής πίεσης.

Πρωτοπαθής αλδοστερονισμός, τι είναι;

Ο πρωτοπαθής αλδοστερονισμός (σύνδρομο Conn) αποτελεί ορμονολογική διαταραχή που προκαλείται από την παρουσία αδενώματος ή υπερπλασίας στα επινεφρίδια. Αποτελεί ένα από τα συχνότερα αίτια δευτεροπαθούς υπέρτασης, ενώ χαρακτηριστικά του συνδρόμου είναι η ελάττωση της δραστικότητας ρενίνης και τα υψηλά επίπεδα αλδοστερόνης στο πλάσμα. Συχνά στους ασθενείς αυτούς συνυπάρχουν υπέρταση και υποκαλιαιμία, ενώ, αν και συνήθως οι ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί, μπορεί να αναφέρεται μυϊκή αδυναμία. Η θεραπεία του συνδρόμου είναι η χειρουργική αφαίρεση του αδενώματος και εναλλακτικά η χορήγηση αναστολέα αλδοστερόνης, δηλαδή σπειρονολακτόνης ή επλερενόνης, στην περίπτωση που υπάρχει υπερπλασία επινεφριδίων ή η εξαίρεση του αδενώματος δεν είναι δυνατή.

Ποιες ορμόνες προσδιορίζουμε ποιοτικά και ποσοτικά όσον αφορά την υπέρταση;

Στα πλαίσια της διερεύνησης ασθενών με πιθανή δευτεροπαθή υπέρταση προσδιορίζουμε στον ορό και στα ούρα διάφορες ορμόνες. Συγκεκριμένα στην περίπτωση που υποψιαζόμαστε παρουσία πρωτοπαθούς αλδοστερονισμού, προσδιορίζουμε την αλδοστερόνη και τη δραστικότητα ρενίνης πλάσματος, ενώ σε υποψία φαιοχρωμοκυτώματος προσδιορίζουμε τις κατεχολαμίνες και τις μετανεφρίνες (βανιλομανδελικό οξύ, ομοβανιλικό οξύ) στα ούρα και στον ορό. Επιπλέον, για τη διάγνωση συνδρόμου Cushing αναζητούμε την κορτιζόλη ορού και ούρων, ενώ για τη διαπίστωση των διαταραχών του θυροειδή και των παραθυρεοειδών αδένων προσδιορίζουμε τις θυρεοειδικές ορμόνες και την παραθορμόνη αντίστοιχα. Τέλος, χρήσιμο είναι να ελεγχθεί η αδρενοκορτικοτρόπος ορμόνη (ACTH) για τον αποκλεισμό παθολογίας από την υπόφυση.

Ποια η συμμετοχή των ορμονών στην ανθεκτική υπέρταση;

Η ανθεκτική υπέρταση, με βάση τις κατευθυντήριες οδηγίες, ορίζεται ως η αδυναμία να επιτευχθούν τιμές συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης μικρότερες από 140 και 90 mmHg παρά τη μέγιστη ή τη μέγιστη ανεκτή δόση ενός διουρητικού και δύο ακόμα φαρμάκων για την υπέρταση. Συνήθως η αγωγή περιλαμβάνει θειαζιδικό διουρητικό, αναστολέα του άξονα ρενίνης, αγγειοτενσίνης, αλδστερόνης και αναστολέα ασβεστίου. Αφού αποκλειστεί η ψευδο-ανθεκτική υπέρταση (πλημμελής λήψη αγωγής, υπέρταση λευκής μπλούζας, λανθασμένη μέτρηση), η δευτεροπαθής υπέρταση αποτελεί μια βασική αιτία ανθεκτικής υπέρτασης. Συνεπώς, υπάρχει ισχυρή ένδειξη για τον προσδιορισμό των σχετικών ορμονών σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται ανθεκτική υπέρταση.

Ο Κωνσταντίνος Κατωγιάννης (*) είναι Καρδιολόγος, Ακαδημαϊκός Υπότροφος, Β’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική ΕΚΠΑ ΠΓΝ «Αττικόν»  
Ο Ιωάννης Λεκάκης (**) είναι Ομότιμος Καθηγητής Καρδιολογίας ΕΚΠΑ, Διευθυντής Καρδιολογικού Τομέα, Κεντρική Κλινική Αθηνών 
Φωτογραφία /
Photo by AllGo – An App For Plus Size People on Unsplash